Δ.Μ., 39 ετών: Από το 2001 είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Με τη γυναίκα μου είμαστε μαζί 13 χρόνια. Πάντα ήταν αρκετά πιεστική απέναντί μου κυρίως ως προς το πόσες ώρες λείπω από το σπίτι, που είμαι και με ποιούς. Είμαι δημόσιος υπάλληλος και κάποιες φορές είναι απαραίτητες οι διανυκτερεύσεις σε άλλες πόλεις. Κάθε φορά που ανακύπτει αυτή η ανάγκη γίνεται μεγάλη φασαρία. Ζητά να παραβώ/να αρνηθώ τα υπηρεσιακά μου καθήκοντα ή επιμένει να έρθει μαζί μου κάτι που με κάνει να αισθάνομαι άσχημα απέναντι στους συναδέλφους μου. Έντονη είναι η αντίδρασή της όταν υπάρχουν γυναίκες συνάδελφοι στα ταξίδια, που δεν ξεπερνούν τις περισσότερες φορές τη μια διανυκτέρευση. Ρωτάει πάντα με ποιον μιλάω στο τηλέφωνο. Εδώ και τρεις μήνες αισθάνομαι ότι βρίσκομαι ''υπό αυστηρή επιτήρηση''. Δεν έχω δώσει δικαιώματα, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω και έως τώρα το ανέχομαι. Είμαι μοναχοπαίδι με αποτέλεσμα να πρέπει να λογοδοτώ και τους γονείς μου. Τι μπορώ να κάνω;
Στα πλαίσια των συντροφικών σχέσεων προκύπτει συνήθως αυθόρμητα η ανάγκη να μεταφέρουμε και να συζητάμε τις εντυπώσεις μας από την καθημερινότητα, τη δουλειά, τις συναναστροφές μας. Είναι μια χαλαρωτική συνήθεια που απηχεί την προνομιακή επικοινωνιακή σχέση των συντρόφων - όταν αποτελεί επιλογή. Στη δική σας περίπτωση βέβαια πρόκειται μάλλον για καταναγκασμό. Η γυναίκα σας σάς επιβάλλει να της αναφέρεστε για όλες τις λεπτομέρειες της ζωής σας που δεν την περιλαμβάνουν - και που δεν μπορεί ως εκ τούτου να ελέγξει - και σας πιέζει να περιορίσετε όσες από τις δραστηριότητές σας δεν εγκρίνονται από τα αυστηρά κριτήρια που ορίζει η δυσπιστία της. Όπως παρατηρείτε κι εσείς, βρίσκεστε «υπό αυστηρή επιτήρηση», καθώς η σύζυγος απαιτεί να γνωρίζει και να ρυθμίζει οτιδήποτε σας αφορά.
Αυτό που δεν μπορεί να προβλέψει όμως είναι ότι, πράττοντας έτσι, δημιουργεί σταδιακά τις συνθήκες που σε βάθος χρόνου ενδέχεται να επιβεβαιώσουν τους χειρότερους φόβους της. Πράγματι, κατά έναν ειρωνικό ομολογουμένως τρόπο, οι καχύποπτοι άνθρωποι προσφέρουν υψηλών προδιαγραφών εκπαίδευση σε συμπεριφορές εξαπάτησης. Διότι με την περιορισμένη τους ανοχή εξωθούν όσους σχετίζονται στενά μαζί τους σε μια παραποίηση των δεδομένων της προσωπικής τους ζωής προς το «αθώο». Η παραπλάνηση επιστρατεύεται αρχικά αμυντικά, για να συγκαλύψει τις συμπεριφορές εκείνες που φαντάζουν ένοχες στην κρίση του καχύποπτου. Εσείς για παράδειγμα, προκειμένου να προστατευτείτε από τη σαρωτική ανασφάλεια της συζύγου, είναι πιθανό να υποβαθμίζετε τα ελκυστικά ερεθίσματα της προσωπικής σας ζωής και να εξαίρετε τα καθήκοντα που, λόγω της υποχρεωτικής τους φύσης, βρίσκονται στο απυρόβλητο.
Προς το παρόν βέβαια η σχέση σας ισορροπεί και θα ισορροπεί όσο αισθάνεστε υποχρεωμένος να λογοδοτείτε, στη σύζυγο, στους γονείς, γενικά. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν μπορείτε να κάνετε και πολλά για να μεταστρέψετε τις πιέσεις των άλλων. Εσείς ο ίδιος, με την παρατεταμένη σας ανοχή, τις συντηρείτε και τις τρέφετε. Όταν τελικά χειραφετηθείτε συναισθηματικά και αντιδράσετε, τότε θα έρθουν και οι αλλαγές. Και δεν θα χρειαστείτε συμβουλές προκειμένου να τις δρομολογήσετε. Η προσωπική σας βούληση θα είναι αρκετή. Σας διαβεβαιώνω πάντως ότι οι προσωπικές επαναστάσεις σπανίως οδηγούν στον Αρμαγεδδώνα που βάζουμε με το νου μας. Αρκεί να μάθουμε να λέμε «αρκετά» και να το εννοούμε – και οι άλλοι, περισσότερο ή λιγότερο επώδυνα – μαθαίνουν να ρυθμίζουν ανάλογα τη συμπεριφορά τους.